Οι γύρω της Αθηένου Ελληνικοί οικισμοί, από τους οποίους προήλθε αργότερα η σημερινή κοινότητα, είναι αδιαμφισβήτητος μάρτυρας της Ελληνικότητας της περιοχής.

Αρχαιολογικός χώρος για την αρχαία πόλη της Κύπρου «Γόλγοι»

Γίνεται σήμερα αποδεκτό ότι βρισκόταν κτισμένη στην περιοχή της Αθηένου.

Η πρώτη αναφορά των Γόλγων γίνεται στο Θεόκριτο, στο ειδύλλιο «Συρακούσαι ή Αδωνιάζουσαι», το 275 π.χ.

Οι Γόλγοι αναφέρονται κι από άλλους συγγραφείς όπως ο Παυσανίας, ο Κάτουλλας και ο Πλίνιος με τονισμό στην λήγουσα «Γολγοί».

Έχουν διασωθεί δύο εκδόσεις σε αρχαίες φιλολογικές πηγές σχετικά με την ίδρυση και ονομασία της πόλης των Γόλγων.

(α) Η πόλη ιδρύθηκε από Σικυωνίους αποίκους με αρχηγό τους τον Γόλγο. Η Σικυωνία είναι αρχαία πόλη της Πελοποννήσου και πρωτεύουσα της περιοχής της Σικυωνίας κοντά στην Κόρινθο. (Τα μέχρι σήμερα αρχαιολογικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν αλλά ούτε και διαψεύδουν την παράδοση αυτή).

(β) Η δεύτερη παράδοση αναφέρει ότι η πόλη πήρε το όνομα του Γόλγου υιού της Αφροδίτης και του Άδωνη.

Στα νεότερα χρόνια ο πρώτος Έλληνας μελετητής που ταύτισε την αρχαία ονομασία Γόλγοι με την αρχαιολογική τοποθεσία που υπάρχει βορειανατολικά της Αθηένου είναι ο Αθανάσιος Σακελάριος το 1851.

Η τοποθεσία αυτή είναι γνωστή σαν Γιόρκοι και το 1851 ο Αθανάσιος Σακελάριος εντόπισε μερικά οικιακά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αλλά δεν βρήκε τα ίχνη του ναού της Αφροδίτης Γολγίας που του κίνησε την περιέργεια.

Το 1918 ο Μ. Μαρκίδης βρήκε στο Άρσος, πέντε μίλια βορειανατολικά της Αθηένου, επιγραφές με αναφορά στην Γολγία Αφροδίτη και έτσι επιβεβαιώνεται η ταύτιση της τοποθεσίας Γιόρκους με τους Γόλγους.

Τη γνώμη αυτή δέχτηκε και ο Πορφύριος Δίκαιος.

Ανασκαφικές δραστηριότητες ανέπτυξε στην περιοχή των αρχαίων Γόλγων από το 1867 μέχρι το 1870 ο Luigi Palma di Cesnola  με αποκλειστικό στόχο την ανεύρεση αρχαιολογικών θησαυρών.

Ανάσκαψε ερασιτεχνικά σε διάφορους χώρους στην Αθηένου και ιδιαίτερα στην τοποθεσία Άγιος Φώτιος, τρία περίπου χιλιόμετρα ανατολικά του χωριού. Για την τοπογραφία της περιοχής όπου έδρασε κυρίως ο Luigi Palma di Cesnola  πληροφορίες δίνει η έρευνα του κ. O. Masson [(α) ιερό στον Άγιο Φώτη, (β) πόλη στο λόφο Γιόρκους και (γ) νεκρόπολη κατά τα ανατολικά του περιβόλου της πόλης].

Ολόκληρη η περιοχή δεινοπάθησε φοβερά.

Τα ορατά ως τότε ερείπιά της καταστράφηκαν συθέμελα, όχι μονάχα από τις εργασίες του πρόξενου των Η.Π.Α στη Λάρνακα Luigi Palma di Cesnola  αλλά και των άλλων ξένων που προηγήθηκαν απ’ αυτόν (1863) και τους ντόπιους.

Ο Luigi Palma di Cesnola  εντόπισε και ανάσκαψε πολλούς από τους άθικτους τάφους του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης και δύο ιερά τεμένη που έδωσαν πολυάριθμα πήλινα αγγεία, 32 πήλινα αγάλματα και ειδώλια, αρκετές ασβεστολιθικές και μαρμάρινες κεφαλές άλλων αγαλμάτων. Τα περισσότερα από αυτά τα ευρήματα βρίσκονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Συστηματικές ανασκαφές άρχισαν στην τοποθεσία Γιόρκους το 1969 και τερματίστηκαν το 1972 από την ελληνική αρχαιολογική αποστολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης κάτω από τη διεύθυνση του καθηγητή Γ. Μπακαλάκη.

Αρχαιολογικός χώρος Μάλλουρας

Από το 1990 διεξάγονται αρχαιολογικές ανασκαφές στην τοποθεσία Μάλλουρα, νότια της Αθηένου, από Αμερικανική αποστολή (Athienou Archaeological Project) υπό την εποπτεία του Δρα Μιχάλη Κ. Τουμάζου, καθηγητή της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ντέβιτσον (Davidson) της Βόρειας Καρολίνας στην Αμερική.

Οι εργασίες της αρχαιολογικής αποστολής αποτελούν διεπιστημονικό πρόγραμμα, το οποίο εστιάζεται στην αρχαιολογική θέση Αθηένου – Μάλλουρα και στη γύρω κοιλάδα στη νοτιοκεντρική Κύπρο.

Η Μάλλουρα βρίσκεται 6 περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Αθηένου.

Το Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Αθηένου χρηματοδοτείται από το Πανεπιστήμιο Ντέβιτσον της Βόρειας Καρολίνας Αμερικής, από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών Αμερικής, το ίδρυμα Dumbarton Oaks και υποστηρίζεται από το Δήμο Αθηένου.